Φιντάν:«Ερντογάν και Μητσοτάκης ενδέχεται να συναντηθούν τον Φεβρουάριο»
Ο υπουργός Εξωτερικών σχολίασε τις σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών
Ναι, είναι στο τραπέζι, εργαζόμαστε γι' αυτό. Μίλησα ξανά με τον αγαπητό μου φίλο τις προάλλες. Μάλιστα, όταν συμμετείχαμε στη Σύνοδο Κορυφής των Ηγετών στο Παρίσι, το θέμα συζητήθηκε και σε μια σύντομη συνομιλία που είχαμε με τον κ. Μητσοτάκη. Και οι ίδιοι επιθυμούν να πραγματοποιηθεί πριν από το Ραμαζάνι. Επεξεργαζόμαστε μερικές ημερομηνίες, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του προγράμματος του Προέδρου μας. Και ο Πρόεδρός μας επιθυμεί να γίνει αυτή η συνάντηση το συντομότερο δυνατό. Πρώτα ο Θεός, θα το τακτοποιήσουμε.
Θα προσέλθουμε στο τραπέζι με πρόθεση και βούληση να επιλύσουμε τα υπάρχοντα προβλήματα και δεν θα σηκωθούμε από αυτό μέχρι να λυθεί το πρόβλημα. Αυτό αφορά την επίλυση του προβλήματος στο Αιγαίο, κυρίως στο Αιγαίο. Στο ζήτημα των χωρικών υδάτων, της υφαλοκρηπίδας, η στάση μας για την επίλυσή του είναι η εξής: Αν κοιτάξετε τη μακροχρόνια ηγεσία του Προέδρου μας, ο ίδιος έχει μεγάλο όραμα και βούληση ειδικά για την επίλυση αυτού του ζητήματος. Αντιμετωπίζουμε όμως μια δυσκολία, το λέω επειδή το έχω ξαναπεί: Οι εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στην Ελλάδα δεν δίνουν πολλά περιθώρια σε κανέναν πολιτικό ηγέτη να λύσει αυτό το πρόβλημα και να βάλει την υπογραφή του.
Ο κ. Μητσοτάκης εξελέγη τον Ιούνιο του 2023, σωστά; Όταν επανεξελέγη, εμείς εκλεγήκαμε τον Μάιο, εκείνος τον Ιούνιο. Έλαβε μεγάλη στήριξη από τον λαό. Ο Πρόεδρός μας το είδε αυτό, και ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης το είδε. Ουσιαστικά, ζητήθηκε να προχωρήσουμε επιδεικνύοντας πραγματική βούληση. Τώρα εμείς έχουμε δηλώσει επανειλημμένα ότι είμαστε έτοιμοι να διεξάγουμε ουσιαστικές συνομιλίες, όχι μόνο διερευνητικές, αλλά να το πάμε παραπέρα, δηλαδή να λύσουμε αυτό το θέμα μόνιμα. Γι' αυτό απαιτείται επίδειξη βούλησης. Γι' αυτό πρέπει, τουλάχιστον σε αυτό το ζήτημα, η εσωτερική πολιτική και η εξωτερική πολιτική να διαχωριστούν κάπως.
«Η επιλογή δεν γέρνει ποτέ υπέρ της επίλυσης του προβλήματος»
Σε αυτό το σημείο, προσπαθώ να είμαι ουδέτερος, βλέπω ότι στην Τουρκία υπάρχει υπεραρκετή ωριμότητα, αλλά στην ελληνική εσωτερική πολιτική, το ζήτημα της αντίληψης της Τουρκίας ως απειλής παίζει πάντα ρόλο κινητήριας δύναμης στην πολιτική. Όταν κάποιος προσπαθεί να κάνει κάτι σχετικά με την Τουρκία, πρέπει οπωσδήποτε να πληρώσει ένα πολιτικό τίμημα. Τώρα, ένας πολιτικός ηγέτης στην Ελλάδα καλείται να επιλέξει ανάμεσα στο να λύσει τα προβλήματα με την Τουρκία φέρνοντας ειρήνη στην περιοχή και στο να ρισκάρει την πολιτική του καριέρα. Αλλά αυτή η επιλογή δεν γέρνει ποτέ υπέρ της επίλυσης του προβλήματος. Δηλαδή, αυτό είναι μια πραγματικότητα. Πρέπει να εξαλειφθεί αυτό.
Πρέπει να εφαρμόσουμε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Πρέπει να επιτρέψουμε στους λαούς να αλληλεπιδρούν περισσότερο μεταξύ τους. Όσο το δυνατόν περισσότερο, θέματα που δεν έχουν βάση, δεν έχουν έρεισμα, δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης στην εσωτερική πολιτική. Επειδή είναι ένα θέμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί πολύ εύκολα στην εσωτερική πολιτική. Ισχύει και για την Τουρκία αυτό, αλλά εμείς έχουμε φτάσει πλέον σε μια πολιτική ωριμότητα, αν και υπάρχουν σημεία όπου αναγκαστικά χρησιμοποιείται και στην εσωτερική πολιτική. Όταν αυξάνεται η ένταση, όταν αυξάνεται η απειλή, όταν υιοθετούνται κάποιες περιττές συμπεριφορές, είμαστε υποχρεωμένοι φυσικά να δώσουμε την απαραίτητη αντίδραση, την πολιτική αντίδραση. Το κάνουμε, και ο λαός μας δίνει πρώτος αυτή την αντίδραση.
Αυτό που θέλω να εκφράσω είναι το εξής: η βούληση του Προέδρου μας προς αυτή την κατεύθυνση συνεχίζεται. Είναι δυνατόν να λύσουμε αυτά τα προβλήματα. Αλλά τι κάναμε τα τελευταία δύο χρόνια; Τουλάχιστον δεν υπήρξαν πολλές εστίες έντασης όπου τα αεροπλάνα έκαναν αερομαχίες και εμπλέκονταν μεταξύ τους όπως παλιά. Οι μηχανισμοί που τέθηκαν σε εφαρμογή σε αυτό το θέμα λειτούργησαν σε κάποιο βαθμό. Ειδικά οι ένοπλες δυνάμεις μας έδειξαν μεγάλη ευαισθησία σε αυτό. Υπάρχει συνεργασία στο μεταναστευτικό, υπάρχει συνεργασία σε άλλα θέματα. Αλλά ελπίζω ειλικρινά να λύσουμε μόνιμα αυτό το πρόβλημα του Αιγαίου χωρίς να χάσουμε αυτή την ιστορική ευκαιρία. Πιστεύω ότι αυτό είναι δυνατόν, βάσει όλων των πραγματικών μου αναλύσεων, αλλά όπως είπα, πρέπει να απαλλάξουμε το ζήτημα από την εσωτερική πολιτική πίεση, ειδικά στην Ελλάδα, και να συζητηθεί σε ορθολογική βάση, σε μια γραμμή που θα βασίζεται στα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας και στα εθνικά συμφέροντα της Τουρκίας.