Ο Πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης και Εκλεγμένος Μουφτής Ξάνθης, Μουσταφά Τράμπα, ανακοίνωσε ότι κατά το σχολικό έτος 2026-2027 ανεστάλη η λειτουργία 8 μειονοτικών δημοτικών σχολείων: 5 στη Ροδόπη, 2 στην Ξάνθη και 1 στον Έβρο.
Επισημαίνοντας ότι, παρότι η διαδικασία χαρακτηρίζεται ως προσωρινή, τα σχολεία στην πραγματικότητα κλείνουν οριστικά, ο Τράμπα χαρακτήρισε την πρακτική αυτή ως παρέμβαση που περιορίζει το πεδίο δράσης της τουρκικής κοινωνίας της Δυτικής Θράκης.
Ο Μουσταφά Τράμπα υπογράμμισε ότι η μειονοτική εκπαίδευση διαθέτει ειδικό καθεστώς που απορρέει από τη Συνθήκη της Λωζάνης, τις διμερείς συμφωνίες και το διεθνές δίκαιο, τονίζοντας πως το κλείσιμο των σχολείων δεν συνάδει με αυτό το καθεστώς.
«Αν θέλουμε να διαφυλάξουμε τα τουρκικά μας, οφείλουμε να διαφυλάξουμε και τα σχολεία μας»
Δηλώνοντας ότι τα μειονοτικά σχολεία διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στη διατήρηση της γλώσσας, της θρησκείας και των πολιτιστικών αξιών της κοινότητας, ο Τράμπα ανέφερε ότι η ύπαρξη αυτών των ιδρυμάτων, όπου η διδασκαλία διεξάγεται στα τουρκικά και τα ελληνικά, έχει ζωτική σημασία για τις μελλοντικές γενιές.
Ο Τράμπα επεσήμανε ότι οι αφηγήσεις, οι παραδόσεις και οι θρησκευτικές αξίες της κοινότητας μεταλαμπαδεύονται από γενιά σε γενιά μέσω της γλώσσας, λέγοντας: «Τώρα, αν θέλουμε να διαφυλάξουμε αυτή τη γλώσσα, τα τουρκικά μας, είμαστε υποχρεωμένοι να διαφυλάξουμε και τα σχολεία μας».
Τονίζοντας ότι η εγγραφή των παιδιών στα μειονοτικά σχολεία από τους γονείς θα συμβάλει στη διατήρηση αυτών των ιδρυμάτων, ο Τράμπα σημείωσε ότι αυτό σημαίνει ταυτόχρονα προστασία της ταυτότητας και της πολιτιστικής συνέχειας της μουσουλμανικής τουρκικής κοινότητας της Δυτικής Θράκης.
Ο Μουσταφά Τράμπα επέκρινε το γεγονός ότι η μείωση του αριθμού των μαθητών χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για το κλείσιμο των σχολείων, αναφέροντας ότι η Τουρκία καταβάλλει προσπάθειες ώστε τα μειονοτικά σχολεία των Ρωμιών στην Ιστάνμπουλ και τη Γκιοκτσέαντα να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, παρότι ο αριθμός των μαθητών τους είναι μικρός.
Επισημαίνοντας ότι προσδοκούν μια παρόμοια προσέγγιση και από την Ελλάδα, ο Τράμπα δήλωσε ότι η διαφύλαξη των μειονοτικών σχολείων θα συμβάλει στη διατήρηση του πολιτιστικού πλούτου της περιοχής.
«Το κλείσιμο των σχολείων επηρεάζει και τα παιδιά και τις οικογένειες»
Ο Τράμπα εξήγησε ότι με το κλείσιμο των μειονοτικών σχολείων στα χωριά, τα παιδιά της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αναγκάζονται να μετακινούνται σε άλλους οικισμούς, γεγονός που δημιουργεί οικονομικό και ψυχολογικό βάρος τόσο στα ίδια όσο και στις οικογένειές τους.
Εστιάζοντας στις δυσκολίες μεταφοράς μικρών παιδιών από το ένα χωριό στο άλλο, ιδιαίτερα υπό χειμερινές συνθήκες, ο Τράμπα ανέφερε ότι το κλείσιμο του σχολείου επηρεάζει αρνητικά και τη ζωή του χωριού.
Ο Τράμπα χρησιμοποίησε τη φράση: «Το κλείσιμο ενός σχολείου σε ένα χωριό σημαίνει ήδη την απώλεια της πολιτιστικής αύρας αυτού του χωριού. Σημαίνει την εξαφάνιση αυτής της εκπαιδευτικής ατμόσφαιρας».
Τονίζοντας ότι το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στη μεταφορά ή το οικονομικό κόστος, ο Τράμπα υπογράμμισε ότι πρέπει να προστατευθεί το δικαίωμα της μειονότητας στην εκπαίδευση.
Έκκληση στην Αθήνα για διάλογο και σεβασμό του ειδικού καθεστώτος
Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Μειονοτικού Γυμνασίου-Λυκείου Ξάνθης, Οζάν Αχμέτογλου, δήλωσε επίσης ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σοβαρή μείωση στον αριθμό των μειονοτικών δημοτικών σχολείων.
Εξηγώντας ότι σε όλη την Ελλάδα τα σχολεία των οποίων ο αριθμός των μαθητών πέφτει κάτω από ένα ορισμένο όριο κλείνουν και οι μαθητές κατευθύνονται σε σχολεία γειτονικών οικισμών, ο Αχμέτογλου άσκησε κριτική για το ότι τα μειονοτικά σχολεία υπόκεινται στην ίδια πρακτική χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ειδικό και αυτόνομο καθεστώς τους.
Ο Αχμέτογλου δήλωσε ότι το καθεστώς αυτό, το οποίο ορίζεται από διεθνείς και διμερείς συνθήκες, με πρώτη τη Συνθήκη της Λωζάνης, οφείλει να παρέχει ειδική προστασία στα μειονοτικά σχολεία.
Σημειώνοντας ότι το Υπουργείο Παιδείας στην Ελλάδα πρέπει να διεξαγάγει διαβουλεύσεις με τη μειονοτική κοινότητα και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα προκειμένου να βρεθεί μια κοινή αποδεκτή λύση στο πρόβλημα, ο Αχμέτογλου είπε: «Δυστυχώς διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει ένα τέτοιο κλίμα διαλόγου και διαβούλευσης».
Ο Αχμέτογλου ανέφερε επίσης ότι οι εκκλήσεις που γίνονται εδώ και 30 χρόνια για την αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης στα μειονοτικά δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια έχουν παραμείνει αναπάντητες.
Εκφράζοντας ότι αυτή η προσέγγιση δημιουργεί στην κοινότητα και στους γονείς την πεποίθηση πως επιδιώκεται η απαξίωση των μειονοτικών σχολείων μέσα από το σταδιακό τους κλείσιμο και η εξαφάνισή τους με την πάροδο του χρόνου, ο Αχμέτογλου τόνισε ότι η Αθήνα πρέπει να αλλάξει στάση.
«Αυτό είναι ένα κεκτημένο δικαίωμά μας και θέλουμε να το ασκήσουμε»
Ο Αχμέτογλου τόνισε ότι τα παιδιά της μειονότητας έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν εκπαίδευση στα τουρκικά και τα ελληνικά στα δικά τους σχολεία, δηλώνοντας: «Αυτό είναι ένα κεκτημένο δικαίωμά μας και θέλουμε να ασκήσουμε αυτό το δικαίωμα».
Εξηγώντας ότι επιθυμούν τα παιδιά να μαθαίνουν καλά τόσο τη δική τους γλώσσα και τον πολιτισμό όσο και την επίσημη γλώσσα της Ελλάδας, τα ελληνικά, ο Αχμέτογλου σημείωσε τα εξής:
«Δεν θεωρούμε το μειονοτικό σχολείο απλώς ως ένα σχολείο, αλλά ως έναν εξαιρετικά σημαντικό θεσμό που διατηρεί ζωντανή την πολιτιστική συνέχεια, την ταυτότητα και το αίσθημα του ανήκειν. Επιθυμούμε, περιμένουμε και απαιτούμε να γίνει αποδεκτό και να γίνει σεβαστό αυτό το αίτημά μας, αυτή η προσδοκία μας από το ελληνικό κράτος».
















