Ορισμένοι παράγοντες κινδύνου, όπως η γενετική προδιάθεση, δεν μπορούν να τροποποιηθούν ενώ άλλοι, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, αντανακλούν ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα. Αντίθετα, στην πρόληψη της άνοιας ξεχωρίζουν οι τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής.
Νέα μελέτη που διεξήγαγαν ερευνητές στις ΗΠΑ και την Κίνα και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neurology Open Access αποκαλύπτει ότι η διαχείριση τριών παραγόντων κινδύνου στη μέση ηλικία καθυστερεί την εμφάνιση της άνοιας σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Η ερευνητική ομάδα, εξετάζοντας τα υγειονομικά δεδομένα 12.409 συμμετεχόντων σε διάστημα κατά μέσο όρο 26 ετών, ανέφερε ότι η διατήρηση φυσιολογικής αρτηριακής πίεσης, η απουσία διαβήτη και η αποχή από το κάπνισμα αντιστοιχούν σε 13 επιπλέον χρόνια νοητικής υγείας.
Η ηλικιακή περίοδος μεταξύ των 45 και 65 ετών είναι καθοριστικής σημασίας για τους συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου, αναφέρουν. Παράλληλα, υπογραμμίστηκε η σημασία της προστασίας της αγγειακής υγείας στη μέση ηλικία, η οποία επηρεάζεται άμεσα από την αρτηριακή πίεση, τον διαβήτη και το κάπνισμα.
Η μελέτη εξέτασε τη σχέση μεταξύ της αγγειακής υγείας και νοητικών λειτουργιών
Οι ερευνητές ανέφεραν ότι η διατήρηση της αγγειακής υγείας στη μέση ηλικία μπορεί να παρατείνει το προσδόκιμο ζωής χωρίς άνοια έως και κατά 12,6 χρόνια. Ανέφεραν επίσης ότι η διατύπωση του αγγειακού κινδύνου σε συνάρτηση με τον χρόνο μπορεί να ενισχύσει τις στρατηγικές πρόληψης τόσο για την καρδιοαγγειακή όσο και για τη νοητική υγεία.
Στην ανάλυση ελήφθησαν επίσης υπόψη παράγοντες όπως το φύλο, η φυλή, η ηλικία, τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας και η παρουσία του γονότυπου APOE-ε4, το οποίο αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου του Αλτσχάιμερ.
Αναφέρθηκε ότι τα άτομα που έφεραν και τους τρεις εν λόγω παράγοντες κινδύνου εμφάνισαν άνοια σε νεότερη ηλικία και είχαν επίσης μικρότερο προσδόκιμο ζωής.
Ο επιδημιολόγος Josef Coresh δήλωσε ότι η αποφυγή αυτών των παραγόντων στη μέση ηλικία αποτελεί βασική στρατηγική για την προστασία της υγείας του εγκεφάλου για περισσότερο από μία δεκαετία. Ο Coresh επεσήμανε τη σημασία της ανακάλυψης νέων μεθόδων για την καθυστέρηση της νόσου, λαμβάνοντας υπόψη ότι μετά την ηλικία των 55 ετών, το 42% των Αμερικανών διατρέχει κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.
Παράλληλα, κοινοποιήθηκαν και άλλα σημαντικά ευρήματα της μελέτης. Όσες γυναίκες είχαν και τους τρεις παράγοντες κινδύνου έζησαν κατά μέσο όρο 18,1 χρόνια χωρίς άνοια από την έναρξη της έρευνας, ενώ στους άνδρες το αντίστοιχο διάστημα ήταν 16,6 χρόνια.
Για τους λευκούς συμμετέχοντες, το διάστημα αυτό ανήλθε κατά μέσο όρο σε 19,6 χρόνια, ενώ για τους μαύρους συμμετέχοντες καταγράφηκε στα 16 χρόνια. Επισημάνθηκε ότι το εύρημα αυτό αναδεικνύει τις γνωστές ανισότητες στον τομέα της υγείας.
Σημειώθηκε επίσης ότι μελλοντικές μελέτες θα μπορούσαν να εξετάσουν τον αντίκτυπο που έχουν αλλαγές όπως η διακοπή του καπνίσματος ή η μείωση της αρτηριακής πίεσης στον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.
Αναφέρθηκε τέλος ότι παγκοσμίως 10 εκατομμύρια άνθρωποι προσβάλλονται από άνοια κάθε χρόνο, αριθμός που αναμένεται να αυξηθεί στο μέλλον.
















