Ο Ράντεφ, επισημαίνοντας ότι η σύνοδος κατέδειξε την ανάγκη και την αποφασιστικότητα των Ευρωπαίων συμμάχων του ΝΑΤΟ να συμβάλουν περισσότερο στην κοινή αμυντική ικανότητα, ανέφερε ότι οι συγκρούσεις στις γειτονικές περιοχές —ιδιαίτερα οι ένοπλες συρράξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή— απέδειξαν ξεκάθαρα πως η διασφάλιση της ασφάλειας των πολιτών αποτελεί μια αδιαπραγμάτευτη ευθύνη των ευρωπαϊκών κρατών που απαιτεί διαρκή προσπάθεια.
Ο Ρούμεν Ράντεφ υπογράμμισε ότι ο στόχος για την αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος δεν συνεπάγεται για τη Βουλγαρία μόνο την ενίσχυση των παραδοσιακών αμυντικών δυνατοτήτων, αλλά περιλαμβάνει επίσης επενδύσεις στις υποδομές, τις μεταφορές και τη συνδεσιμότητα, καθώς και στην ψηφιακή ανθεκτικότητα και την κυβερνοασφάλεια.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τη στήριξη προς την Ουκρανία, ο Ράντεφ σημείωσε ότι πολλές βουλγαρικές κυβερνήσεις στο παρελθόν παρείχαν τακτική και ολοκληρωμένη βοήθεια σε οικονομικό, ιατρικό, ανθρωπιστικό και στρατιωτικό επίπεδο. Ωστόσο, επεσήμανε ότι οι Βούλγαροι πολιτικοί που υπόσχονται τη μεγαλύτερη οικονομική στήριξη προς την Ουκρανία δεν έχουν λάβει επαρκή μέτρα για την ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας και την εξεύρεση νέων πόρων για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ο Ράντεφ επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι η Βουλγαρία θα συνεχίσει την οικονομική της στήριξη προς την Ουκρανία στο μέτρο των δυνατοτήτων της, υπογραμμίζοντας όμως ότι αυτή η βοήθεια δεν θα πρέπει να επηρεάσει τις κοινωνικές δαπάνες της χώρας.
Σε ερώτηση σχετικά με τη Γροιλανδία, ο Ράντεφ απάντησε: «Η θέση μας είναι ότι η Ευρώπη οφείλει να προσφέρει τις δυνατότητες εκείνες που θα επιτρέψουν στον λαό της Γροιλανδίας να ασκήσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης».





















