Στον πυρήνα της συζήτησης για την ευρωπαϊκή ασφάλεια υπάρχει μια αντίφαση: η συζήτηση αυτή απευθύνει έκκληση για τη δημιουργία μιας μεγαλύτερης στρατιωτικής ισχύος, αλλά την ίδια στιγμή αγνοεί τους δρώντες που ήδη διαθέτουν αυτή την ισχύ. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα εμφανές στις σχέσεις της Ευρώπης με την Τουρκία.
Ένα και μόνο ερώτημα κυριαρχεί στην ατζέντα της παγκόσμιας πολιτικής ασφάλειας: Πώς διασφαλίζουν τα κράτη και οι συμμαχίες την ύπαρξή τους;
Η διεθνής τάξη πραγμάτων διέρχεται μια βαθιά μεταμόρφωση. Από τη μία πλευρά, οι παραδοσιακές συμμαχίες αποδυναμώνονται· από την άλλη, η διάδοση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και των μη επανδρωμένων οπλικών συστημάτων μεταβάλλει ριζικά τη φύση του σύγχρονου πολέμου.
Ακόμη και κράτη με περιορισμένη βιομηχανική ικανότητα μπορούν πλέον να προκαλέσουν σημαντικά πλήγματα σε μεγάλες δυνάμεις. Η Ευρώπη επηρεάζεται άμεσα και από τις δύο αυτές εξελίξεις.
Ενώ η διατλαντική συμμαχία χάνει την αξιοπιστία της, ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας κλονίζει την ευρωπαϊκή τάξη ασφάλειας.
Καθώς οι ΗΠΑ εμφανίζονται ολοένα και περισσότερο ως ένας αναξιόπιστος εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας, η Ρωσία συνεχίζει να εντείνει τη στρατιωτική της πίεση.
Παρ’ όλα αυτά, η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να δημιουργήσει έναν ανεξάρτητο μηχανισμό διαχείρισης της ασφάλειας ή να ενισχύσει επαρκώς τις αμυντικές της ικανότητες.
Υπό αυτές τις συνθήκες, θα ήταν λογικό για την Ευρώπη να αναθεωρήσει τις υφιστάμενες συμμαχίες της και να οικοδομήσει νέες εταιρικές σχέσεις.
Ο σημαντικότερος υποψήφιος στην γειτονιά της Ευρώπης είναι αναμφίβολα η Τουρκία. Ωστόσο, η Τουρκία αγνοείται συστηματικά από πολλούς Ευρωπαίους πολιτικούς.
Για παράδειγμα, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, εξίσωσε πρόσφατα την Τουρκία με την Κίνα και τη Ρωσία, υποστηρίζοντας ότι «η ΕΕ πρέπει να διαμορφώσει το μέλλον της ανεξάρτητα από αυτές τις τρεις χώρες». Μια πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR) αντικατοπτρίζει επίσης αυτή τη στάση.
Αυτό το άρθρο, του Αϊχάν Σαρί για το TRT Deutsch, λαμβάνει ως αφετηρία την εν λόγω έκθεση και εξετάζει γιατί η Ευρώπη συχνά υπονομεύει η ίδια τις προσπάθειες της να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της πολιτικής ασφάλειας της.
Οι συντάκτες της έκθεσης του ECFR περιγράφουν τρία βήματα προκειμένου η Ευρώπη να ανακτήσει την ικανότητα αυτοάμυνάς της: μια κοινή αρχιτεκτονική λήψης αποφάσεων αποτελούμενη από δομές εντός του ΝΑΤΟ, τα εργαλεία της ΕΕ και ευέλικτους συνασπισμούς· ισχυρές και ταχέως αναπτύξιμες ένοπλες δυνάμεις· και μια συντονισμένη ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία ως βιομηχανική ραχοκοκαλιά.
Διαβάζοντάς το αυτό, η πρώτη αντίδραση είναι: Αυτό είναι απόλυτα λογικό. Το δεύτερο ερώτημα όμως είναι: Αλλά πώς ακριβώς θα υλοποιηθεί;
Και το τρίτο αναδεικνύει το πραγματικό πρόβλημα: Αν αυτές οι προτάσεις είναι τόσο ξεκάθαρες, γιατί η Ευρώπη δεν τις έχει εφαρμόσει τις τελευταίες δεκαετίες;
Για να μην αναφέρουμε καν τον ευρωπαϊκό στρατό· άλλωστε, η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει ούτε καν να δημιουργήσει έναν κοινό αμυντικό μηχανισμό.
Κι όμως, ήδη από την πρώτη θητεία του Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2016, είχε γίνει σαφές ότι η αμερικανική ομπρέλα ασφάλειας δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται δεδομένη. Ταυτόχρονα, στα σύνορα της Ευρώπης διεξάγεται ένας πόλεμος που διαρκεί εδώ και χρόνια.
Γιατί λοιπόν δεν πραγματοποιήθηκε η υποσχόμενη αλλαγή παραδείγματος στην πολιτική ασφάλειας; Μια ματιά στις θέσεις κορυφαίων Ευρωπαίων πολιτικών μπορεί να μας δώσει κάποιες ενδείξεις.
Ήδη από το 2015, ο τότε Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, είχε ζητήσει τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατού προκειμένου να στείλει ένα μήνυμα αποφασιστικότητας προς τη Ρωσία. Από την άλλη πλευρά, η Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κάγια Κάλλας, χαρακτήρισε πρόσφατα μια τέτοια ιδέα «εξαιρετικά επικίνδυνη» και αναρωτήθηκε αν όσοι την υποστηρίζουν λαμβάνουν υπόψη τις πρακτικές συνέπειες.
Η πιο σαφής αξιολόγηση ήρθε από τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Όποιος πιστεύει ότι η Ευρώπη μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς τις ΗΠΑ «θα πρέπει να συνεχίσει να ονειρεύεται».
Κατά τον Ρούτε, ένας ευρωπαϊκός στρατός θα δημιουργούσε πρωτίστως παράλληλες δομές εντός του ΝΑΤΟ.
Η εν λόγω έκθεση εξηγεί τελικά, έστω και άθελά της, γιατί αυτά τα σχέδια αποτυγχάνουν εδώ και χρόνια. Η έκθεση ορίζει τον στόχο, αλλά δεν εξηγεί με πειστικό τρόπο τον δρόμο για την επίτευξή του.
Η ένταξη 27 κυρίαρχων κρατών με διαφορετικούς προϋπολογισμούς, εξοπλιστικές βιομηχανίες, αντιλήψεις απειλών και στρατηγικά συμφέροντα σε μια κοινή αμυντική αρχιτεκτονική δεν είναι απλώς ζήτημα πολιτικής βούλησης. Είναι ένα δομικό πρόβλημα.
Η πανδημία του κορονοϊού έδειξε πόσο περιορισμένη είναι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, ακόμη και σε σχετικά απλά ζητήματα όπως η προμήθεια προστατευτικού εξοπλισμού.
Όποιος υποθέτει ότι αυτοί οι θεσμοί μπορούν πλέον να συντονίσουν κοινές δομές διοίκησης, εξοπλιστικά προγράμματα και την πυρηνική αποτροπή, υποτιμά τη δύναμη των εθνικών συμφερόντων.
Αυτό που τελικά καθιστά την έκθεση μη πειστική δεν είναι όσα ζητεί, αλλά εκείνα που παραλείπει να αναφέρει.
Το πιο κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Ποια είναι η θεμελιώδης αλλαγή που θα επιτρέψει στην Ευρώπη να επιτύχει σήμερα σε έναν τομέα όπου απέτυχε την τελευταία δεκαετία;
Ο κόσμος δεν περιμένει: Γιατί η Ευρώπη πρέπει να εγκαταλείψει τις αυταπάτες της;
Το πραγματικό πρόβλημα έγκειται βαθύτερα από οποιαδήποτε έκθεση στρατηγικής. Πολλοί Ευρωπαίοι πολιτικοί και εμπειρογνώμονες αποτυγχάνουν να δουν τον κόσμο όπως είναι σήμερα, και όχι όπως ήταν κάποτε.
Η ασυμμετρία ισχύος από την οποία επωφελήθηκε η Ευρώπη για δεκαετίες δεν υφίσταται πλέον. Η Ευρώπη παραμένει ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς δρώντες, αλλά από στρατιωτική άποψη, άλλα κράτη την έχουν φτάσει ή και προσπεράσει.
Η ομπρέλα ασφάλειας των ΗΠΑ συγκαλύπτει αυτή την κατάσταση της Ευρώπης εδώ και πολύ καιρό. Εάν η Ουάσιγκτον μειώσει περαιτέρω τις εγγυήσεις προστασίας της, οι στρατιωτικές και στρατηγικές αδυναμίες της Ευρώπης θα καταστούν απολύτως εμφανείς.
Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι οι αντίπαλοι εκμεταλλεύονται διαρκώς τις αδυναμίες.
Για τον λόγο αυτό, καθίσταται ακόμη πιο αξιοσημείωτο το γεγονός ότι μια έκθεση για τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης αγνοεί σχεδόν πλήρως την Τουρκία. Κι όμως, η Τουρκία είναι ένας δρώντας με σημαντικό στρατιωτικό και γεωπολιτικό βάρος.
Τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία υπήρξε μία από τις λίγες χώρες του ΝΑΤΟ που πέτυχαν συγκεκριμένα και απτά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της Ρωσίας.
Το να αγνοείται ένας τέτοιος εταίρος για πολιτικούς ή ιδεολογικούς λόγους δεν αποτελεί αναλυτική αξιολόγηση, αλλά στρατηγικό σφάλμα. Αυτή η παράλειψη αποκαλύπτει, περισσότερο από τη σημασία της Τουρκίας, το πόσο περιορισμένος είναι ο τρόπος σκέψης που κυριαρχεί στην Ευρώπη.


















