Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ είχε αναστείλει τον Ιανουάριο τη χορήγηση μεταναστευτικών θεωρήσεων σε πολίτες περίπου 40 χωρών του κόσμου, μεταξύ των οποίων η Βραζιλία, η Κολομβία, η Αίγυπτος, η Αϊτή, η Σομαλία και η Ρωσία. Η κυβέρνηση είχε υπερασπιστεί το μέτρο με το επιχείρημα ότι ήταν απαραίτητο να εμποδιστεί η είσοδος στη χώρα ατόμων που ενδέχεται να εξαρτηθούν από δημόσια βοήθεια.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία, για να απορριφθεί αίτηση βίζας με την αιτιολογία ότι ένας μετανάστης θα αποτελέσει δημόσιο βάρος, ο προξενικός υπάλληλος πρέπει να αξιολογήσει ατομικά την οικονομική κατάσταση, την ηλικία, την κατάσταση της υγείας, τις ικανότητες και την οικογενειακή κατάσταση του ατόμου.
Η δικαστής Βάργκας διαπίστωσε, ωστόσο, ότι είχε δοθεί εντολή στους προξενικούς υπαλλήλους να απορρίπτουν τις βίζες ακόμη και ατόμων που μπορούν να συντηρήσουν τον εαυτό τους, αποκλειστικά και μόνο λόγω της χώρας από την οποία προέρχονται.
Στην απόφαση υπογραμμίζεται ότι η πρακτική παραβιάζει την απαγόρευση διακρίσεων με βάση την εθνικότητα του 1965, καθώς και τις νομικές διατάξεις που εμποδίζουν τον υπουργό Εξωτερικών να παρεμβαίνει στις ατομικές αποφάσεις των προξενικών υπαλλήλων.
Η συγκεκριμένη απαγόρευση θεωρήσεων αφορούσε άτομα που υπέβαλλαν αίτηση για μόνιμη άδεια διαμονής μέσω οικογενειακής επανένωσης ή προσφοράς εργασίας, ενώ δεν κάλυπτε μη μεταναστευτικές κατηγορίες θεωρήσεων, όπως οι τουριστικές και φοιτητικές. Δεδομένου ότι οι θεωρήσεις που είχαν απορριφθεί για άλλους νομικούς λόγους παρέμειναν σε ισχύ, δεν είναι ακόμη σαφές πόσα άτομα θα επηρεαστούν συνολικά από την απόφαση.
Η δικαστής Βάργκας, η οποία διορίστηκε επί προεδρίας του πρώην προέδρου Τζο Μπάιντεν, έδωσε στα μέρη προθεσμία έως τις 11 Σεπτεμβρίου για να υποβάλουν προτάσεις επίλυσης σχετικά με το υπόλοιπο της υπόθεσης.
Η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης.





















